Αλέκος Φασιανός (1935-2022)

Εμφανίσεις: 24

Ο Αλέκος Φασιανός, που έφυγε από τη ζωή χτες 17 Ιανουαρίου 2022, υπήρξε εμβληματική φιγούρα της ζωγραφικής του 20ου αιώνα. Με επιρροές από τη γενιά του ’30, την αρχαιοελληνική και βυζαντινή παράδοση, δημιούργησε τα χαρακτηριστικά ανθρωποκεντρικά θέματα, με τις επίπεδες φιγούρες, την εσκεμμένη απλοϊκότητα, τα καθαρά περιγράμματα και την ανεπαίσθητη φωτοσκίαση. Δεν έλειπαν τα ζωηρά χρώματα, τα οποία απλώνονταν σε όλη την επιφάνεια του έργου, και προσέδιδαν μια μνημειακότητα, αλλά και έναν λυρισμό στα θέματά του.

Μαυρογονάτου Αφροδίτη, ΜΑ Αρχαιολόγος

Τα Λουτρά της Αφροδίτης στην Κόρινθο, σε υδατογραφία του 19ου αιώνα

Εμφανίσεις: 45

Αρχαία πηγή στην Κόρινθο, Τα λουτρά της Αφροδίτης, σε υδατογραφία του περιηγητή Skene James (1838-1845). O Skene James γεννήθηκε στη Σκωτία το 1775, σπούδασε νομικά και ήταν μέλος πολλών καλλιτεχνικών οργανισμών της εποχής. Ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, καταγράφοντας τις εμπειρίες του σε ημερολόγια, ενώ στην Ελλάδα έμεινε για επτά χρόνια. Πάνω από πεντακόσια σχέδια και λεπτομερείς καταγραφές των ταξιδιών του, αποτελούν ένα διαχρονικό κληροδότημα αυτού του σπουδαίου ζωγράφου, συγγραφέα και περιηγητή.

Η υδατογραφία βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Αριθμός Ταυτότητας: 15153-32)

(SKENE, James. Μνημεία και Τοπία της Ελλάδος 1838-1845 [Monuments and Landscapes in Greece], Athens, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος [Historical and Ethnological Society of Greece], 1985)

Μαυρογονάτου Αφροδίτη, MA αρχαιολόγος

 

 

Μοριάς όπως…μουριά, μια λαχταριστή, ετυμολογική εκδοχή

Εμφανίσεις: 83

Το 1893 ο γλωσσολόγος Χατζηδάκις Γεώργιος, υποστήριξε πως η λέξη Μοριάς, έχει ετυμολογική συνάφεια με την μουρέα, ένα πολύ διαδεδομένο δέντρο της Πελοποννήσου.

Αυτή η θεωρία, στηρίζεται στον «Βίο του Αγίου Μελετίου», που διασώζεται σε χειρόγραφο του 1111 μ.Χ. Ο καθηγητής αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης, επιβεβαιώνει πως η πρώτη καταγραφή της Πελοποννήσου με το όνομα «Μωρέας» ανάγεται στο εν λόγω χειρόγραφο.

Από το χειρόγραφο διαβάζουμε: «Κοινώς τώρα αύτη η Χερσόννησος λέγεται Μωρέας, ίσως με το να έχη πολλάς μωρέας, ήτοι συκαμίνους μαύρας». Να σημειωθεί πως η "συκάμινος" (συναντάται και ως αρσενικό), ήταν η μαύρη μουριά (τη βρίσκουμε στον Θεόφραστο, Περὶ φυτῶν ἱστορία.3.4). 

Στη φωτογραφία η Πελοπόννησος αναπαριστάται ως φύλλο μουριάς, στο οποίο σημειώνονται οι σημαντικότεροι κόλποι και ακρωτήρια, σε χάρτη του 1688 (DAPPER, Olfert. Naukeurige Beschryving Van Morea, Eertijts Peloponnesus; En de Eilanden, Gelegen onder de kusten van Morea, en binnen en buiten de Golf van Venetien: waer onder de voornaemste Korfu, Cefalonia, Sant Maura, Zanten en anderen in grooten getale. Behelzende derzelver Lantschappen, steden, rivieren, poelen, bergen, gewassen, dieren, &c. Met de kaerten van Morea, Golf van Venetien, en verscheide eilanden: benessens afbeeldingen van steden en kastelen, als Patrasso, Modon, Koron, Navarino, Napoli di Romania en Malvasia, Korinthen, Misitra &c., Άμστερνταμ, Wolfgangh, Waesbergen, Boom, Someren en Goethals, 1688, σ.9).

Μαυρογονάτου Αφροδίτη, MA αρχαιολόγος

Η διάταξη της βασιλόπιτας, δια χειρός Γιάννη Μόραλη

Εμφανίσεις: 71

Ο ζωγράφος Γιάννης Μόραλης είχε την ιδιαίτερη συνήθεια να σχεδιάζει τον τρόπο που θα κοπεί η βασιλόπιτα με εξαιρετική ακρίβεια. Από τα αρχεία του ΜΙΕΤ, βλέπουμε πως σχεδίαζε εκ των προτέρων τον τρόπο που θα κοπεί και θα διαμοιραστεί η βασιλόπιτα: εν προκειμένω έχει χωριστεί σε 12 κομμάτια και έχει προ-αποφασίσει ποιος θα πάρει τι. Άλλο κομμάτι είναι του σπιτιού, άλλο του φτωχού, της δουλειάς, του Χριστού, το δικό του και των αγαπημένων του προσώπων.

Είναι άραγε μια χαριτωμένη παραξενιά του καλλιτέχνη ή μια φρούδα απόπειρα χειραγώγησης της τύχης;

(MIET, Αρχείο Γιάννη Μόραλη, IMAT_2626, 1986)

Μαυρογονάτου Αφροδίτη, ΜΑ Αρχαιολόγος

Το σπάσιμο του ροδιού: ένα έθιμο από την Πελοπόννησo

Εμφανίσεις: 77

Το ρόδι αποτελεί ένα αρχέγονο σύμβολο γονιμότητας και ευημερίας. Από τους παλιότερους μύθους που συνδέονται με αυτό, είναι του γιγαντόσωμου Ωρίωνα, ο οποίος παντρεύτηκε την Σίδη, όμως η Ήρα τη μεταμόρφωσε σε ροδιά και την έστειλε στον Άδη, επειδή παινεύτηκε πως ήταν πιο όμορφη από αυτήν.

Κατά την αρχαιότητα, οι αρχαίοι Έλληνες έβραζαν ρόδι, στάρι, μέλι και ξηρούς καρπούς και τα προσέφεραν σε γάμους και θρησκευτικές εορτές, κυρίως της θεάς Δήμητρας  και του Απόλλωνα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη σπορά. Συνήθιζαν, επίσης, να κρεμούν ένα ρόδι στις πόρτες τους ως σύμβολο αφθονίας και ευημερίας.

Κατά τη λαϊκή παράδοση, σπόρια ροδιού, γλυκά και άλλους καρπούς, πετούσαν και στις στέγες των σπιτιών για να φύγουν οι καλικάντζαροι κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου μέχρι τα Θεοφάνεια.

Το σπάσιμο του ροδιού, πρωτο-εντοπίζεται ως έθιμο στην Κορινθία, αλλά στη συνέχεια γνώρισε ευρεία διάδοση. Το έθιμο θέλει τους νοικοκύρηδες να παίρνουν το ρόδι μαζί τους στην εκκλησία κατά τη λειτουργία του Αγίου Βασιλείου, το πρωινό της Πρωτοχρονιάς, για να ευλογηθεί και στο γυρισμό μπαίνουν στο σπίτι με το δεξί και σπάνε το ρόδι για καλή τύχη.

Κάποιοι έλεγαν και την παρακάτω ευχή πριν το σπάσουν:

«Όσο βαρύ είναι το ρόδι, τόσο βαρύ να είναι το πορτοφόλι μας, όσο γεμάτο καρπούς είναι το ρόδι, να είναι γεμάτο το σπίτι μας με καλά και όσο κόκκινο είναι το ρόδι, τόσο κόκκινη να είναι και η καρδιά μας!».

Κατά την παράδοση, ένα χαλασμένο ρόδι ή μια ξεραμένη ροδιά είναι δυσοίωνο σημάδι και πρέπει να αποφεύγεται για χρήση κατά το έθιμο αυτό.

(Πίνακας "Η Ροδιά", Ιακωβίδης Γεώργιος (1853 - 1932), Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη, αρ. έργου: Κ.499)

Μαυρογονάτου Αφροδίτη, ΜΑ Αρχαιολόγος

Χριστουγεννιάτικο δέντρο: ένα έθιμο με αρχαιοελληνικές καταβολές

Εμφανίσεις: 152

Το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ήρθε στην Ελλάδα από τον Όθωνα, όμως είχε ήδη αρχαιοελληνικές καταβολές. Η Ειρεσιώνη, ήταν κότινος (κλαδί αγριελιάς) τον οποίο στόλιζαν με γιρλάντες από κόκκινο και λευκό μαλλί (εἶρος=μαλλί προβάτου) και με τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (καρύδια, σύκα, αμύγδαλα, κάστανα κ.ά.), μπουκαλάκια με λάδι, μέλι και κρασί. Στη συνέχεια το κλαδί αυτό το περιέφεραν στους δρόμους της Αθήνας, τραγουδώντας τις καλένδες από σπίτι σε σπίτι και στο τέλος το κρεμούσαν πάνω από την εξώπορτά τους, μέχρι τον επόμενο χρόνο.

Για τους αρχαίους το έθιμο αυτό ήταν απόρροια ευγνωμοσύνης για τη γονιμότητα του έτους που πέρασε και την παράκληση να συνεχιστεί και το επόμενο έτος.

Στο Βυζάντιο, ο πρώτος που είχε την ιδέα να στολίσει κλαδιά ελάτου με πολύχρωμα κεριά, ήταν ο Μιχαήλ Γ’ «ο Μέθυσος» (842-867 μ.Χ.). Κατά την εορτή των Χριστουγέννων, μάλιστα: «…κατά διαταγήν του επάρχου της (κάθε) πόλεως, ου μόνον καθαρισμός των οδών εγένετο, αλλά και στολισμός διαφόρων κατά διαστήματα στηνομένων στύλων με δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου και άνθη εποχής…» (Φαίδωνος Κουκουλέ στο «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» τ. στ΄, σελ. 152).

Πριν το έθιμο καθιερωθεί όπως το ξέρουμε σήμερα, από τη δεκαετία του 1950 περίπου, υπήρχε το έθιμο του Χριστόξυλου. Στα χωριά της βορείου Ελλάδας κυρίως, ένα κούτσουρο από πεύκο, ελιά ή άγρια κερασιά, έκαιγε για ένα δωδεκαήμερο, από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα και έδιωχνε τους καλικάντζαρους μέχρι να εξαφανιστούν στα Θεοφάνεια.  

Το έθιμο όμως όπως το ξέρουμε σήμερα, το έφερε ο Όθωνας στον ελλαδικό χώρο το 1833. Πρώτα στόλισε τα ανάκτορα του Ναυπλίου και στη συνέχεια ένα τεράστιο έλατο είχε τοποθετηθεί στο σημερινό Πεδίο του Άρεως, στολισμένο με παιχνίδια. Για το λόγο αυτό, είχε τοποθετήσει και δύο Βαυαρούς φρουρούς για να μην κλέψει κανείς κάποιο στολίδι.

Όπως και να 'χει, το έθιμο αυτό με τις μακρινές του καταβολές, εξακολουθεί να μας διασκεδάζει και να μας κάνει να αισθανόμαστε την πολύχρωμη μαγεία των Χριστουγέννων λίγο παραπάνω.

Χρόνια Πολλά! 

Μαυρογονάτου Αφροδίτη, MA αρχαιολόγος